Κυριακή 20 Αυγούστου 2017

Αναμασώντας Χρεοκοπημένα Ιδεολογήματα με το Βλέμμα στο Μέλλον


Με «εμβριθείς» αναλύσεις και άρθρα, που αναμάσησαν λίγο - πολύ αυτούσια όλα τα βασικά επιχειρήματα της αστικής προπαγάνδας, υποδέχτηκαν αστοί δημοσιολόγοι και αναλυτές την «επέτειο» των 10 χρόνων από την έναρξη της βαθιάς και συγχρονισμένης διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, τον Αύγουστο του 2007. Η στόχευση των εν λόγω τοποθετήσεων, σήμερα όπως και τότε, αφορά το παρόν και το μέλλον και πολύ λιγότερο το παρελθόν, επιβεβαιώνοντας ότι ο χαρακτήρας της αντιπαράθεσης γύρω από την καπιταλιστική οικονομική κρίση αλλά και την ανάκαμψη κάθε άλλο παρά «ακαδημαϊκός» είναι και φυσικά δεν έχει ουδέτερο, υπερταξικό χαρακτήρα, αλλά αντίθετα συνδέεται άμεσα με τα συμφέροντα των δύο βασικών αντίπαλων τάξεων της κοινωνίας μας, της παρασιτικής, ως προς το ρόλο της στην παραγωγή, αστικής τάξης και της τάξης που παράγει όλο τον πλούτο της κοινωνίας, της εργατικής τάξης.


Με στόχο να κρυφτεί η ουσία...

Πίσω από το παρδαλό συνονθύλευμα των αστικών αναλύσεων που επανήλθαν τις μέρες αυτές, πίσω από τους κάθε είδους επιθετικούς προσδιορισμούς για την κρίση, τους χαρακτηρισμούς περί «τραπεζικής», «χρηματοπιστωτικής», «δημοσίου χρέους», «εξαγόμενης» κρίσης κ.ο.κ., έως και τις «εκλαϊκευτικότερες» και ευφάνταστες εκδοχές περί «καζινοκαπιταλισμού», «κρίσης αξιοπιστίας» και... αξιών, εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει την προσπάθεια να κρυφτεί, πίσω από υπαρκτές ή ανύπαρκτες δευτερεύουσες πλευρές, η ίδια η ουσία. Η νομοτελειακή δηλαδή για τον καπιταλισμό περιοδική εμφάνιση των κρίσεων, καθώς και ο χαρακτήρας τους ως κρίσεων υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου σε συνθήκες όξυνσης των αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Απαντώντας στη μέθοδο αυτή που ακολουθούσαν ήδη από την εποχή του οι αστοί, ο Μαρξ έλεγε πως οι αστοί «προσεγγίζουν κάθε νέα κρίση ως μεμονωμένο φαινόμενο, που εμφανίζεται για πρώτη φορά στον ορίζοντα της κοινωνίας και, κατά συνέπεια, αποδίδουν την εμφάνισή της σε γεγονότα, κινήματα και παράγοντες που είναι χαρακτηριστικοί ή φαίνονται να είναι χαρακτηριστικοί για την περίοδο που μόλις ολοκληρώθηκε μεταξύ του προτελευταίου και του τελευταίου κλονισμού. Αν οι φυσικοί φιλόσοφοι ακολουθούσαν την ίδια παιδαριώδη μέθοδο, ο κόσμος μας θα ξαφνιαζόταν ακόμα και με την επανεμφάνιση κάποιου κομήτη»(1).

Η «παιδαριώδης» αυτή λογική, βέβαια, έχει την εξήγησή της, μιας που προτάσσοντας διάφορες επιμέρους πλευρές και παρουσιάζοντας την κρίση ως ένα «λάθος» ή ως μια παρεκτροπή, ένα στοιχείο ξένο κατά τ' άλλα στην ίδια τη φύση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, επιχειρεί να πείσει την εργατική τάξη ότι αφού πρώτα πλήρωσε τα σπασμένα της καπιταλιστικής κρίσης, τώρα, στο κατώφλι ενός νέου γύρου καπιταλιστικής συσσώρευσης, αξίζει τάχα να στρατευτεί στο «όραμα» ενός «δικαιότερου» καπιταλισμού, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος, ικανού να «ισορροπήσει» κάπου ανάμεσα στη δίψα του κεφαλαίου για κέρδη και την ικανοποίηση των εργατικών - λαϊκών αναγκών.

...ότι η καπιταλιστική κρίση είναι στο DNA του καπιταλισμού

Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι τελείως διαφορετική. Κάθε γύρος καπιταλιστικής συσσώρευσης όχι μόνο δεν λύνει τις αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά αντίθετα τις οξύνει και τις βαθαίνει.

Κάθε καπιταλιστικής κρίσης, εξάλλου, προηγείται από τη μια η συσσώρευση μεγάλων κερδών (όπως π.χ. στην Ελλάδα μέχρι το 2008) και από την άλλη η συσσώρευση ανισορροπιών και αντιφάσεων οι οποίες συνοδεύουν την άναρχη καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτές οι αντιφάσεις, μόλις ξεπεράσουν ένα σημείο, δυσχεραίνουν τις προοπτικές διατήρησης αυτής της υψηλής κερδοφορίας.

Ποιες είναι αυτές οι αντιφάσεις που οδηγούν στο ξέσπασμα της κρίσης; Καταρχήν, μετά από ένα σημείο της γρήγορης καπιταλιστικής συσσώρευσης εκφράζεται η μακροχρόνια τάση μείωσης του ποσοστού κέρδους. Αυτό συμβαίνει γιατί κάτω από την πίεση του ανταγωνισμού κατά τη φάση της ανάπτυξης, οι κεφαλαιοκράτες εισάγουν «ανώτερες» μεθόδους παραγωγής, οι οποίες κατά κανόνα επιφέρουν σχετική μείωση της αξιοποίησης εργατικής δύναμης και αντίστοιχη αύξηση της αξιοποίησης μέσων παραγωγής στο σύνολο του κεφαλαίου τους. Παρόλο που οι πιο «πρωτοπόροι» καπιταλιστές πράγματι κερδίζουν από την εισαγωγή αυτών των νέων τεχνολογιών παραγωγής, στο βαθμό που αυτές γενικεύονται σε όλη την οικονομία, οδηγούν σε μείωση του ποσοστού του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου που δαπανάται για τη μίσθωση και την εκμετάλλευση εργατικής δύναμης. Αυτό, όμως, έχει ως συνέπεια τη μείωση του ποσοστού κέρδους, αφού η υπεραξία, το κέρδος γεννιέται μόνο από την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης.

Επίσης, κατά τη φάση της ανόδου οξύνεται η αναρχία στην ανάπτυξη των ξεχωριστών επιχειρήσεων και κλάδων, με συνέπεια τη διάρρηξη των σχέσεων που είναι αναγκαίες για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Τέλος, οξύνεται η αντίθεση μεταξύ της μόνιμης τάσης για όλο και μεγαλύτερη παραγωγή (ως συνέπεια της επιδίωξης του μέγιστου κέρδους) από τη μια και τον περιορισμό της καταναλωτικής ικανότητας, παραγωγικής ή μη, από την άλλη. Αυτές οι αντιφάσεις μάλιστα επιδρούν και η μία πάνω στην άλλη.

Αυτές οι αντιφάσεις, ωστόσο, αποτελούν συνέπεια του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της οικονομίας, εκφάνσεις της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, της αντίθεσης δηλαδή μεταξύ του όλο και πιο κοινωνικού χαρακτήρα της παραγωγής από τη μία και της ατομικής ιδιοποίησης του προϊόντος αυτής της παραγωγής από την άλλη. Γι' αυτό η οικονομική κρίση είναι φαινόμενο σύμφυτο με το συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της παραγωγής, είναι στο DNA του, γεγονός που αποδεικνύεται πεισματάρικα τους τελευταίους δυο αιώνες. Ετσι, πέρα από τις κάθε φορά ιδιαίτερες πλευρές της κάθε καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, αιτία της, αιτία της περιοδικής διακοπής της αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, είναι αυτή ακριβώς η βασική αντίθεση.

Ερχεται, λοιπόν, μια περίοδος που, ακριβώς λόγω της όξυνσης αυτών των αντιθέσεων, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως πλεονάζον, ως περισσευάμενο, ως «υπερσυσσωρευμένο», όχι σε σχέση με κάποιες ανάγκες της κοινωνίας αλλά σε σχέση με την ικανότητα περαιτέρω αύξησής του, περαιτέρω συσσώρευσης με τους ίδιους ρυθμούς. Αυτή η υπερσυσσώρευση εκφράζεται σε όλες τις μορφές του κεφαλαίου (χρηματική, παραγωγική, εμπορευματική). Ακριβώς σε αυτήν την «κοινή πλευρά όλων των οικονομικών κρίσεων» οφείλεται και ο χαρακτηρισμός τους ως κρίσεων υπερσυσσώρευσης.

Η κρίση με τη σειρά της προσφέρει μία βίαιη και προσωρινή επίλυση αυτών των αντιθέσεων, στρώνοντας το έδαφος, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την επόμενη φάση κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. «Η σύγκρουση των αντιτιθέμενων μεταξύ τους παραγόντων βρίσκει κατά περιόδους διέξοδο στις κρίσεις. Οι κρίσεις είναι πάντα μόνο στιγμιαίες βίαιες λύσεις των υπάρχουσων αντιφάσεων, βίαιες εκρήξεις, που αποκαθιστούν για μια στιγμή τη διαταραγμένη ισορροπία»(2).

Η εμπειρία τα δέκα αυτά χρόνια επιβεβαιώνει ότι αυτή η «αποκατάσταση» μπορεί να γίνει μόνο μέσω της απαξίωσης παραγωγικών δυνάμεων και κεφαλαίου ή, με άλλα λόγια, μέσω του γνωστού «κουρέματος» του κεφαλαίου σε όλες του τις μορφές: Χρηματικού (π.χ. μη επιστροφή στο ακέραιο δανείων, κούρεμα ομολογιακού χρέους ή απώλεια αξίας λόγω υιοθέτησης πιο υποτιμημένου νομίσματος), παραγωγικού (μείωση της τιμής των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης), εμπορευματικού. Ο,τι περισσεύει για την καπιταλιστική κερδοφορία μπαίνει στην προκρούστεια κλίνη.

Μέρος του παραγωγικού κεφαλαίου αποτελεί και το μεταβλητό κεφάλαιο, η εργατική δύναμη που εκμεταλλεύεται ο κεφαλαιοκράτης. Ετσι, θεμελιακό συστατικό της αναγκαίας απαξίωσης κεφαλαίου αποτελεί η απαξίωση του μεταβλητού συστατικού μέρους του κεφαλαίου, δηλαδή του εμπορεύματος εργατική δύναμη, όπως επιβεβαιώνει και η πικρή πείρα της εργατικής τάξης της χώρας μας, με τα μαζεμένα αντεργατικά μέτρα που τσάκισαν την τιμή της εργατικής δύναμης, διαμορφώνοντας το «ευνοϊκό περιβάλλον» για την εκ νέου ανάκαμψη των κερδών των καπιταλιστών. Μόνο αυτό το «ξεκαθάρισμα» μπορεί να προλειάνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα αναστηλωθεί το ποσοστό κέρδους και θα ξεκινήσει ένας νέος γύρος κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

«Αγαπημένες» απάτες...

Αυτά ακριβώς προσπαθούν να κρύψουν οι αναλύσεις αστικών επιτελείων και οπορτουνιστών. Μια από τις πλέον αγαπημένες θεωρίες γι' αυτό, που κατέχει διαχρονικά περίοπτη θέση στις αστικές αναλύσεις περί της κρίσης, είναι πως η αιτία της βρίσκεται στην κερδοσκοπία και η έξοδος από αυτή στον περιορισμό και έλεγχό της. Θεωρίες που πάνε χέρι - χέρι με τα ιδεολογήματα περί «καζινοκαπιταλισμού» και «χρηματιστικοποίησης της οικονομίας». Για παράδειγμα, ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε όλα τα προηγούμενα χρόνια πως «το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας ήταν τα υπερκέρδη που συσσωρεύονταν στο τραπεζικό σύστημα ή στα χρηματιστήρια, σε αντίθεση με το κέρδος στη βιομηχανία, στην παραγωγή», προσθέτοντας στο πρόσφατο 2ο Συνέδριο πως «η μνημονιακή πενταετία παρόξυνε τα ιστορικά βιομηχανικής αποδόμησης και απαξίωσης του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, με αποτέλεσμα τη μείωση του ήδη μικρού ποσοστού της βιομηχανίας και μεταποίησης στο ΑΕΠ και την απασχόληση».

Σχολιάζοντας τις θεωρίες αυτές, ο Μαρξ έλεγε: «Οι οικονομολόγοι που προφασίζονται ότι εξηγούν τους τακτικούς σπασμούς της βιομηχανίας και του εμπορίου με την κερδοσκοπία, μοιάζουν με την εξαφανισμένη πια σχολή των φυσικών φιλοσόφων που θεωρούσαν τον πυρετό ως την πραγματική αιτία όλων των ασθενειών»(3).

Η απομόνωση των φαινομένων της πίστης, της χρηματικής κυκλοφορίας από την οικονομική τους βάση και η ανάδειξή τους σε τελική αιτία της καπιταλιστικής κρίσης αποτελεί υπεραπλούστευση - αν όχι συνειδητή απάτη. Με την αναγωγή της κερδοσκοπίας σε βασική αιτία της κρίσης, οι αστοί και οι οπορτουνιστές δαιμονοποιούν τη λεγόμενη κερδοσκοπική ασυδοσία με στόχο την αγιοποίηση, την περιφρούρηση του βασικού, της «άγιας μήτρας»: Του κριτηρίου του κέρδους ως κριτηρίου παραγωγής, του ίδιου του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που στηρίζεται σε αυτό το κριτήριο.

Για να πετύχουν αυτήν την αγιοποίηση, αποκόβουν τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τα φαινόμενα της παραγωγής, που είναι και τα πρωταρχικά, με αυτά της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του χρήματος. Αποκρύβουν ότι το καρκίνωμα της κρίσης γεννιέται στην παραγωγή ως αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, ενώ απλώς εκφράζεται στην κυκλοφορία.

Προκειμένου να «βγάλουν λάδι» το καπιταλιστικό κέρδος ως εκμεταλλευτική σχέση μεταξύ κεφαλαιοκρατών και εργατών, δαιμονοποιούν μια συγκεκριμένη μορφή του, το τραπεζικό κέρδος, αγιοποιώντας μία άλλη μορφή του, το βιομηχανικό. Κρύβουν ότι αυτό που φαίνεται ως «χρηματοπιστωτικός παρασιτισμός» έχει τις ρίζες του στη μετοχική εταιρεία, ότι ο παρασιτισμός στη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και του χρήματος αποτελεί συνέπεια της παρασιτικής φύσης της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, της εμφάνισης της μετοχικής εταιρείας, στη βάση της οποίας λαμβάνουν χώρα, στη σύμφυση στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, στο οποίο βρίσκεται και η χώρα μας, του τραπεζικού και του βιομηχανικού κεφαλαίου.

Μια ματιά στα όσα λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, για το νέο «παραγωγικό μοντέλο» που θα είναι τάχα βασισμένο στην «υγιή επιχειρηματικότητα» και το «θεμιτό» κέρδος από τις επενδύσεις στην καπιταλιστική παραγωγή, σε αντίθεση με τον «ανήθικο» καπιταλισμό και το «αθέμιτο» κέρδος λόγω κερδοσκοπίας που οδήγησε στην κρίση, αρκεί για να επιβεβαιώσει το μέγεθος της απάτης.

...και ιδεολογήματα

Εξίσου «αγαπημένο» είναι και το ιδεολόγημα ότι η καπιταλιστική κρίση θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί με μια άλλη διαχείριση, προσπαθώντας να αποδώσουν την κρίση στη λανθασμένη οικονομική πολιτική, στους λανθασμένους πολιτικούς χειρισμούς, στον τρόπο διαχείρισης του συστήματος και όχι στο ίδιο το σύστημα.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, σε πρόσφατο άρθρο της, η «Αυγή» έγραφε πως η κρίση έδειξε «μία σοβαρή διαφοροποίηση: από τη μία πλευρά τα - έστω και αργά, αλλά πάντως όχι σε "μοιραίο" βαθμό, ετοιμότητας - ανακλαστικά και των διεθνών αγορών και των κυβερνήσεων να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια κρίση, η οποία εξήχθη από τις ΗΠΑ. Και από την άλλη τα ανύπαρκτα ανακλαστικά του ελληνικού κράτους», κατηγορώντας την τότε κυβέρνηση ΝΔ ότι «όταν πανευρωπαϊκά ο προβληματισμός συνίστατο σε μια σφιχτή δημοσιονομική πειθαρχία, η κυβέρνηση μοίραζε λεφτά» και ότι «από την πλευρά της δεν γινόταν απολύτως τίποτε για την τιθάσευση των τριών παραγόντων του δημοσιονομικού φαύλου κύκλου "δαπάνες - ελλείμματα - χρέος", κάτι που ουσιαστικά ακύρωνε σε επίπεδο εθνικής οικονομίας τα όποια μέτρα στήριξης του χρηματοπιστωτικού τομέα». Με άλλα λόγια, η «Αυγή» κατηγορεί την τότε κυβέρνηση Καραμανλή ότι δεν πήρε έγκαιρα τα μέτρα τσακίσματος της εργατικής δύναμης και ήρθαν μαζεμένα με τα μνημόνια για να θωρακιστεί η καπιταλιστική οικονομία. Πρόκειται, εξάλλου, για επιχείρημα που ο ΣΥΡΙΖΑ επεκτείνει στο «αύριο» της καπιταλιστικής ανάκαμψης, καλώντας το λαό να διαλέξει ποια αστική πολιτική δύναμη θα διαχειριστεί την επόμενη μέρα του κεφαλαίου.

Εκείνο βέβαια που κάνουν, αξιοποιώντας και το γεγονός ότι όντως η πολιτική αντεπιδρά στην οικονομία, διευκολύνοντας ή δυσχεραίνοντας προσωρινά την εκδήλωση των οικονομικών νόμων, είναι να αναποδογυρίζουν την πραγματικότητα, για να κρύψουν πως το πρωταρχικό είναι οι ίδιες οι νομοτέλειες και η κίνηση της καπιταλιστικής οικονομίας, που καμία αστική διαχείριση, σοσιαλδημοκρατική, νεοκεϊνσιανή ή άλλη, δεν μπορεί να αλλάξει, όπως επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι καμία μορφή αστικής διαχείρισης δεν έχει καταφέρει να αποτρέψει την περιοδική εμφάνιση των κρίσεων.

Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να έχουν καμία αυταπάτη ότι θα βελτιωθεί η ζωή τους με το ένα ή το άλλο «μείγμα» αστικής οικονομικής πολιτικής, ότι μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Σήμερα επιβεβαιώνεται πως η έξοδος από την κρίση και η αντίστοιχη ανάπτυξη θα γίνει πάνω στο έδαφος των μισθών πείνας, στο έδαφος των συμβάσεων μήνα, βδομάδας και μέρας, στο έδαφος των απελευθερωμένων απολύσεων, στο έδαφος της πλήρους ασυδοσίας του κεφαλαίου.

Ετσι είτε αλλιώς, η καπιταλιστική κρίση αποτελεί ένδειξη ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής «έχει φάει τα ψωμιά του» εδώ και χρόνια. Με τη σειρά του επιβεβαιώνει ότι η διέξοδος για την εργατική τάξη δεν μπορεί να αναζητηθεί σε κάποια «δίκαιη» καπιταλιστική ανάπτυξη που προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη, βαθύτερη καπιταλιστική κρίση, αλλά στην ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εξουσίας, στην εξάλειψη της αναρχίας της καπιταλιστικής παραγωγής, στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της αναλογικά διευρυνόμενης παραγωγής, με στόχο την ικανοποίηση των διευρυνόμενων κοινωνικών αναγκών. Με δύο λόγια, μόνο με την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής - κομμουνιστικής κοινωνίας.



Χ.

Παραπομπές:

1 Μαρξ - Ενγκελς: «Κείμενα για την οικονομική κρίση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 152-153

2. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, σ. 315

3. Μαρξ - Ενγκελς: «Κείμενα για την οικονομική κρίση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 98-99


Read More »

Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΩΝ ΕΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ





Στη «Σοτσιάλ – Ντεμοκράτ» αρ. φύλ. 40, ανακοινώσαμε ότι η Συνδιάσκεψη των τμημάτων εξωτερικού του κόμματος μας αποφάσισε να αναβάλει το ζήτημα του συνθήματος «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπη», ωσότου συζητηθεί στον τύπο η οικονομική πλευρά του*. 

Η συζήτηση που έγινε πάνω σ’ αυτό το ζήτημα στην συνδιάσκεψη μας πήρε μονόπλευρα πολιτικό χαρακτήρα. Αυτό ενμέρει ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι στη διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπή το σύνθημα αυτό διατυπώνεται καθαρά σαν πολιτικό («το άμεσο πολιτικό σύνθημα… – λέει η διακήρυξη) και ταυτόχρονα δεν διατυπώνεται μόνο το σύνθημα των δημοκρατικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, μα υπογραμμίζεται ειδικά ότι «χωρίς επαναστατική ανατροπή της γερμανικής, της αυστριακής και ρωσικής μοναρχίας» το σύνθημα αυτό είναι παράλογο και απατηλό. 

Δεν θα ήταν καθόλου σωστό να φέρει κανείς αντιρρήσεις στην τέτοια τοποθέτηση του ζητήματος μέσα στα πλαίσια της πολιτικής εκτίμησης του συνθήματος αυτού – λογουχάρη από την άποψη ότι επισκιάζει ή αδυνατίζει κτλ. το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Οι πολιτικοί μετασχηματισμοί προς μια πραγματικά δημοκρατική κατεύθυνση κι΄ ακόμη περισσότερο οι πολιτικές επαναστάσεις δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση ποτέ και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες ούτε να επισκιάσουν, ούτε ν΄ αδυνατίσουν το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Αντίθετα τη φέρνουν πάντα πιο κοντά, πλαταίνουν τη βάση της, εντάσσουν στο σοσιαλιστικό αγώνα νέα στρώματα μικροαστών και μισοπρολετάριων μαζών. Και από το άλλο μέρος οι πολιτικές επαναστάσεις είναι αναπόφευκτές στην πορεία της σοσιαλιστικής επανάστασης, που δεν μπορούμε να την βλέπουμε σαν μια μόνο πράξη, μα πρέπει να τη βλέπουμε σαν εποχή θυελλωδών πολιτικών και οικονομικών κλονισμών, σαν εποχή της πιο οξυμένης ταξικής πάλης, εμφυλίου πολέμου επαναστάσεων και αντεπαναστάσεων. 

Αν όμως το σύνθημα των δημοκρατικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, σε συνδυασμό με την με την επαναστατική ανατροπή των τριών αντιδραστικών μοναρχιών της Ευρώπης, μ΄ επικεφαλής τη ρωσική μοναρχία, είναι τελείως άψογο σαν σύνθημα ωστόσο μένει ακόμη ένα σπουδαιότατο ζήτημα, το ζήτημα του οικονομικού περιεχομένου και της οικονομικής σημασίας αυτού του συνθήματος. Από την άποψη των οικονομικών όρων του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της εξαγωγής κεφαλαίων και του μοιράσματος του κόσμου από τις «προηγούμενες» και «πολιτισμένες» αποικιακές δυνάμεις, οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς είτε είναι απραγματοποίητες είτε είναι αντιδραστικές.

Το κεφάλαιο έγινε διεθνές και μονοπωλιακό. Ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε χούφτα μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή Δυνάμεις που έχουν επιτυχίες στη μεγάλη καταλήστευση και καταπίεση των εθνών. Τέσσερις μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης: η Αγγλία, η Γαλλία, η Ρωσία και η Γερμανία, με πληθυσμό 250 – 300 εκατομμύρια και με έκταση περίπου 7 εκατομμύρια τετρ. χιλιόμετρα, έχουν αποικίες με πληθυσμό σχεδόν μισό δισεκατομμύριο (494,5 εκατομμύρια) και με έκταση 64,6 εκατομμύρια τετρ. χιλιόμετρα, δηλαδή σχεδόν τη μισή υδρόγειο σφαίρα (133 εκατομμύρια τετρ. χιλιόμετρα, χωρίς τις πολικές περιοχές). Προσθέστε σ΄ αυτά τα τρία ασιατικά κράτη: την Κίνα, την Τουρκία και την Περσία, που τώρα τα διαμελίζουν οι ληστές που διεξάγουν «απελευθερωτικό» πόλεμο, δηλαδή: η Ιαπωνία, η Ρωσία, η Αγγλία και η Γαλλία. Αυτά τα τρία ασιατικά κράτη, που μπορούμε να τα ονομάσουμε μισοαποικίες (στην πραγματικότητα είναι τώρα κατά τα 9/10 αποικίες) έχουν 360 εκατομμύρια πληθυσμό και έκταση 14,5 εκατομμύρια τετρ. χιλιόμετρα ( δηλαδή σχεδόν 11/2  φορά μεγαλύτερη έκταση από την έκταση όλης της Ευρώπης).

Σε συνέχεια: η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν τοποθετήσεις στο εξωτερικό όχι μικρότερες από 70 δισεκατομμύρια ρούβλια. Για να εισπράττουν το «θεμιτό» εισόδηματάκι τους από το στρογγυλούτσικο αυτό ποσό – ένα εισοδηματάκι που ξεπερνά τα τρία δισεκατομμύρια ρούβλια το χρόνο – υπάρχουν οι εθνικές επιτροπές των εκατομμυριούχων, που ονομάζονται κυβερνήσεις, που διαθέτουν στρατό και πολεμικό στόλο και «τοποθετούν» στις αποικίες και στις μισοαποικίες τα χαϊδεμένα παιδιά και τα αδέλφια «του κυρίου δισεκατομμυρίου» σαν αντιβασιλείς, πρόξενους, πρεσβευτές κάθε λογής υπαλλήλους, παπάδες και άλλες βδέλλες. 

Έτσι είναι οργανωμένη στην εποχή της ανώτατης ανάπτυξης του καπιταλισμού η καταλήστευση ενός περίπου δισεκατομμυρίου πληθυσμού της γης από μια χούφτα μεγάλες Δυνάμεις. Και είναι αδύνατο μέσα στον καπιταλισμό να υπάρξει διαφορετική οργάνωση. Να παραιτηθούν από τις αποικίες, από «τις σφαίρες επιρροής», από την εξαγωγή κεφαλαίων; Το να σκέπτεται κανείς έτσι, σημαίνει ότι κατεβαίνει στο επίπεδο ενός παπά, που κάθε Κυριακή κηρύσσει στους πλούσιους το μεγαλείο του χριστιανισμού και τους συμβουλεύει να δωρίζουν στους φτωχούς… αν όχι μερικά δισεκατομμύρια, τουλάχιστον μερικές εκατοντάδες ρούβλια το χρόνο.
 
Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης στις συνθήκες του καπιταλισμού θα ισοδυναμούν με συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιών. Στον καπιταλισμό όμως δεν μπορεί να υπάρξει άλλη βάση, άλλη αρχή μοιρασιάς εκτός από την δύναμη. Ο δισεκατομμυριούχος δεν μπορεί να μοιράσει με οποιονδήποτε άλλον «το εθνικό εισόδημα» μια καπιταλιστικής χώρας παρά μόνο: « ανάλογα με το κεφάλαιο» ( κι ακόμη πρέπει προσθέσουμε ότι το μεγαλύτερο κεφαλαίο θα πάρει περισσότερα απ’ όσα του αναλογούν) . Ο καπιταλισμός σημαίνει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και αναρχία στην παραγωγή. Το να κηρύσσει κανείς μια «δίκαιη» μοιρασιά του εισοδήματος σε μια τέτοια βάση είναι προυντονισμός, στενοκεφαλιά μικροαστού και φιλισταίου. Το μοίρασμα δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά παρά «σύμφωνα με την δύναμη». Η δύναμη όμως αλλάζει με την πορεία της οικονομικής εξέλιξης. Ύστερα από το 1871 η Γερμανία δυνάμωσε 3 – 4 φορές πιο γρήγορα από την Αγγλία και την Γαλλία. Η Ιαπωνία δυνάμωσε δέκα φορές πιο γρήγορα από τη Ρωσία. Για να ελεγχθεί η πραγματική δύναμη ενός καπιταλιστικού κράτους, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλο μέσο εκτός από τον πόλεμο. Ο πόλεμος δεν αντιφάσκει στις βάσεις της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά είναι η άμεση και αναπόφευκτη ανάπτυξη αυτών των βάσεων. Στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι αδύνατη μια ισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων οικονομιών και των διαφόρων κρατών. Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρχουν άλλα μέσα για την αποκατάσταση από καιρό σε καιρό της παραβιασμένης ισορροπίας, εκτός από τις κρίσεις στη βιομηχανία και τους πολέμους στην πολιτική.

Φυσικά είναι δυνατές προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη. Μ’ αυτή την έννοια μπορεί να δημιουργηθούν και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, σαν συμφωνία των ευρωπαίων καπιταλιστών… με ποιο σκοπό; Μόνο με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη, να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστεμένες αποικίες ενάντια στην Ιαπωνία και στην Αμερική, που θεωρούν τον εαυτό τους στο έπακρο αδικημένο με τη σημερινή μοιρασιά των αποικιών και που τον τελευταίο μισό αιώνα δυνάμωσαν ασύγκριτα πιο γρήγορα απ’ ότι η καθυστερημένη μοναρχική Ευρώπη, που άρχισε να σαπίζει από τα γεράματα. Σε σύγκριση με τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής η Ευρώπη στο σύνολο της σημαίνει οικονομική στασιμότητα. Η δημιουργία των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης με την σημερινή οικονομική βάση, δηλαδή στις συνθήκες του καπιταλισμού, θα σήμαινε οργάνωση της αντίδρασης, για να παρεμποδιστεί η πιο γρήγορη ανάπτυξη της Αμερικής. Πέρασαν για πάντα οι καιροί που η υπόθεση της δημοκρατίας και η υπόθεση του σοσιαλισμού συνδέονταν μόνο με την Ευρώπη. 

Οι Ενωμένες Πολιτείες του κόσμου (και όχι της Ευρώπης) είναι η κρατική εκείνη μορφή ένωσης και ελευθερίας των εθνών, που εμείς τη συνδέουμε με το σοσιαλισμό – ως τότε που η πλήρης νίκη του κομμουνισμού θα οδηγήσει στην οριστική εξαφάνιση κάθε κράτους, μαζί και του δημοκρατικού. Ωστόσο το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών του κόσμου, σαν αυτοτελές σύνθημα, είναι αμφίβολο αν θα ήταν σωστό, πρώτο γιατί συγχωνεύεται με το σοσιαλισμό και, δεύτερο, γιατί θα μπορούσε να προκαλέσει τη λαθεμένη ερμηνεία ότι είναι αδύνατη η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, τη λαθεμένη ερμηνεία για τη στάση αυτής της χώρας απέναντι στις υπόλοιπες. 

Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα. Το νικηφόρο προλεταριάτο αυτής της χώρας, απαλλοτριώνοντας τους καπιταλιστές και οργανώνοντας στη χώρα του τη σοσιαλιστική παραγωγή, θα ορθωνόταν ενάντια στον υπόλοιπο κόσμο, τον καπιταλιστικό κόσμο, παίρνοντας μαζί του τις καταπιεζόμενες τάξεις των άλλων χωρών, ξεσηκώνοντας στις χώρες αυτές εξεγέρσεις ενάντια στους καπιταλιστές, δρώντας σε περίπτωση ανάγκης ακόμη και σε στρατιωτική δύναμη ενάντια στις εκμεταλλεύτριες τάξεις, και τα κράτη τους. Πολιτική μορφή της κοινωνίας, όπου νικάει το προλεταριάτο, ανατρέποντας την αστική τάξη, θα είναι η λαοκρατική δημοκρατία, που θα συγκεντρώσει όλο και περισσότερο τις δυνάμεις του προλεταριάτου του δοσμένου έθνους ή των δοσμένων εθνών στην πάλη ενάντια στα κράτη που δεν θα έχουν ακόμη περάσει στο σοσιαλισμό. Δεν είναι δυνατή η εξάλειψη των τάξεων χωρίς την δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης, του προλεταριάτου. Δεν είναι δυνατή η ελεύθερη ένωση των εθνών στο σοσιαλισμό χωρίς μια λίγο – πολύ μακρόχρονη, επίπονη πάλη των σοσιαλιστικών δημοκρατιών ενάντια στα οπισθοδρομικά κράτη.

Να για ποιους λόγους ύστερα από επανειλημμένες συζητήσεις του ζητήματος στη Συνδιάσκεψη των τμημάτων εξωτερικού του ΣΔΕΚΡ και μετά τη Σύσκεψη, η Σύνταξη του Κεντρικού Οργάνου κατάληξε στο συμπέρασμα ότι είναι λαθεμένο το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης.



(  * Βλ. Β.Ι. Λένιν, Άπαντα, 5η έκδοση, τομ.26ος, σελ.161.)
_______________________________________________________________________________________________________
  

Β.Ι. ΛΕΝΙΝ
 
«Σοτσιάλ – Ντεμοκράτ» αρ. φύλ. 44
 23 του Αυγούστου 1915

Άπαντα, τομ.26ος, σελ.359 – 363
 ( 5η έκδοση του Ινστιτούτου
 Μαρξισμού – Λενινισμού
 της ΚΕ του ΚΚΣΕ)


Read More »

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

ΑΥΓΗ & Θάνος Παπαδόπουλος, Οι «Αριστεροί» Υποστηρικτές της Αστικής Ιδεολογίας



Στην ΑΥΓΗ, στις 15 Ιουλίου, για ακόμα μια φορά προσπάθησαν με έναν τελείως αντεπαναστατικό αντιεπιστημονικό τρόπο, να δικαιολογήσουν το ιδεολογικό ξεγύμνωμα του ΣΥΡΙΖΑ, όπου συνειδητά κάνει τα πάντα για την ανασυγκρότηση του βάρβαρου συστήματος της μισθωτής εργασίας, με ακόμα πιο βάρβαρες συνθήκες για την εργατική τάξη και φυσικά τον αποπροσανατολισμό της από την όποια επαναστατική προοδευτική σκέψη και κίνηση υπέρ της. Ο Θάνος Παπαδόπουλος λοιπόν, στο άρθρο του «Οι ακραίες ιδεολογίες ονειρεύονται μεγάλο, όχι ανεπτυγμένο κράτος», «αναλύει» στην ουσία το αγαπημένο ζήτημα των αστών, αυτό των λεγόμενων «δύο άκρων», εξισώνοντας ουσιαστικά την επαναστατική προοδευτική θεωρία των Μαρξ – Ένγκελς – Λένιν, με την πιο σκοταδιστική αστική θεωρία αυτή του φασισμού, ως εχθροί και οι δύο της (αστικής) δημοκρατίας.

Αιχμή του δόρατος για ακόμα μια φορά η Σοβιετική Ένωση και ο σοσιαλισμός, την εποχή όπου ΓΓ του ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ, ήταν ο Στάλιν, αλλά και το ΚΚΕ της εποχές όπου ΓΓ του ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης. Την εποχή δηλαδή όπου, μετά και την επικράτηση της Σοβιετικής Επανάστασης, το εργατικό επαναστατικό κίνημα σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο βρισκόταν σε άνθηση, την εποχή όπου η μία εργατική αντίδραση ξεφύτρωνε μετά την άλλη, σε διάφορες χώρες κυρίως της Ευρώπης, και οι εργάτες, παρά τις ήττες ή νίκες τους, συνειδητά βάδιζαν προς τον σοσιαλισμό κομμουνισμό, σε μια κοινωνία δηλαδή όπου κανένας εργάτης δεν θα καταπιεζόταν από κάποιον καπιταλιστή. Αν αυτό φαίνεται αντιδημοκρατικό στον Θάνο Παπαδόπουλο και στην ΑΥΓΗ, να ζήσουμε σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, καταλαβαίνουμε πως εννοούν την δημοκρατία!!! Δεν μας κάνει καμία εντύπωση καθώς και ο ΣΥΡΙΖΑ προπαγανδίζει μια «υγιή επιχειρηματικότητα», δηλαδή κάποιο «υγειές» κέρδος κάποιων «καλών» καπιταλιστών, όπου όμως και πάλι θα φορτωθεί βάρβαρα στις πλάτες της εργατικής τάξης.

Εδώ θα πρέπει να τονιστούν οι τεράστιες διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον Μαρξισμό – Λενινισμό και τα διάφορα αστικά ιδεολογήματα όπως ο φασισμός. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς το πρώτο πράγμα που μελέτησαν ήταν η φύση, η καταγωγή και η φύση του ανθρώπου, άλλες επιστήμες όπως η φυσική, χημεία, τα μαθηματικά, κλπ, έτσι ώστε να φτάσουν σε μία τεκμηριωμένη επιστημονικά άποψη, για το αν γίνεται οι άνθρωποι να ζουν σε κοινωνίες όπου πρώτο μέλημα τους θα είναι η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια και όχι το κέρδος κάποιων λίγων καπιταλιστών, χωρίς θρησκευτικές αυταπάτες και ευλάβειες. Σε διάφορα έργα τους εξηγούν πως το πρώτο ανθρωπόμορφο πλάσμα (ο Αυστραλοπίθηκος) κατάφερε να μετεξελιχθεί στην μορφή του ανθρώπου που σήμερα γνωρίζουμε, τις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες και πως αυτές έφτασαν στην σημερινή καπιταλιστική μορφή. Με διάφορα πειράματα απέδειξαν την μεταφυσική καταγωγή όλων των θρησκειών και φυσικά πως οι καταπιεζόμενες τάξεις θα απαλλαχθούν από τους δυνάστες τους. Ο διαλεκτικός υλισμός λοιπόν έχει τις βάσεις του πάνω στην ανάπτυξη της φύσης και του ανθρώπου, με σκοπό πρώτα απ’ όλα να μορφωθούν κοινωνικά, ιδεολογικά και πολιτικά οι καταπιεζόμενες μάζες, και όχι σε κάποια ιδεατά μεταφυσικά κατασκευάσματα με στόχο την τυφλή υποταγή τους. Ο Λένιν βασιζόμενος πάνω στις θεωρητικές κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτικές απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς, συνέχισε θεωρώντας και αυτός ότι τα νέα στάδια του καπιταλισμού συνεχίζουν να καταπιέζουν βάρβαρα του εργάτες, έδωσε επαναστατικές οργανωτικές αρχές στο κόμμα των εργατών (το Επαναστατικό Κόμμα Νέου Τύπου (Κομμουνιστικό Κόμμα μετέπειτα) ), και φυσικά έκανε πράξη μαζί με την εργατική τάξη της Ρωσίας την επαναστατική προοδευτική θεωρία των Μαρξ και Ένγκελς, βασισμένος και στην επαναστατική (θετική και αρνητική) πείρα από την Παρισινή Κομμούνα, προάγγελο των μεγάλων εργατικών αγώνων και επαναστάσεων. Αντίθετα η αστική τάξη και ιδεολογία, πάτησε πάνω στην βάση του μεταφυσικού, της βίας και του ψεύδους. Ο φασισμός του Χίτλερ για παράδειγμα, όπως και τα υπόλοιπα παρόμοια καθεστώτα ανά την Ευρώπη την εποχή εκείνη, που εμφανίστηκαν με την βοήθεια των αστών (οικονομική και πολιτική στήριξη), βάδιζαν στο ίδιο μοτίβο, δηλαδή το ψέμα, την βία και φυσικά την εθνική και θρησκευτική πίστη. Ο ίδιος Χίτλερ, στο βιβλίο του «ο αγών μου» έγραφε πως «το μέγεθος της ψευτιάς είναι ένας παράγοντας για να γίνει πιστευτή. Με την πρωτόγονη αφέλεια των μαζών, ένα μεγάλο ψέμα είναι πιο αποτελεσματικό από ένα μικρό, γιατί λένε συχνά ψέματα για μικροπράγματα, θα ντρέπονταν όμως να πουν ένα πολύ μεγάλο ψέμα. Γι αυτό δεν θα συμβεί ποτέ η μεγάλη μάζα να υποπτευθεί ένα τόσο μεγάλο ψέμα, και η μάζα θα σταθεί τέλεια ανίκανη να πιστέψει πως θα μπορούσε να είχε κανείς την σατανική ξετσιπωσιά να διαστρέψει την αλήθεια σε τέτοια έκταση» (1). Το ίδιο κάνουν για χρόνια όλα τα αστικά κόμματα ανά την υφήλιο, αν δούμε τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις και τι πράττουν μετεκλογικά αφού έχουν εκλεγεί σε επίπεδο διακυβέρνησης. 

Η δημοκρατία με την έννοια της εξυπηρέτησης των συμφερόντων των πολλών εργατών και όχι των λίγων πλουσίων, στην Σοβιετική Ένωση, ήταν κάτι το αυτονόητο. Πρώτα απ’ όλα η Σοβιετική Ένωση ήταν ένα κράτος όπου πάντοτε τασσόταν υπέρ της ειρήνης και της ομοψυχίας των λαών, ποτέ δεν έδειξε επιθετικές τάσεις προς άλλες χώρες και φυσικά δεν συμμετείχε σε κανέναν ιμπεριαλιστικό σχηματισμό της εποχής εκείνης. Στα δύσκολα χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο και την εισβολή της ΑΝΤΑΝΤ υπέρ της αστικής τάξης και των τσιφλικάδων, η Σοβιετική κυβέρνηση έπραξε τα αυτονόητα. Ήδη από το 1918, ο Λένιν είχε υπογράψει ένα διάταγμα όπου υποχρέωνε τις «αγορές εργασίας»(γραφεία εξεύρεσης εργασίας) να βρίσκουν δουλειά στους ανέργους χωρίς καμιά οικονομική επιβάρυνση και την χορήγηση του επιδόματος ανεργίας. Το 1921 η Σοβιετική κυβέρνηση εισήγαγε συνολική ασφάλιση για τους εργαζομένους, σε περίπτωση οποιουδήποτε είδους ανικανότητας ή απώλειας εργασίας. Οι άνεργοι πέρα από το επίδομα ανεργίας, δεν πλήρωναν φόρους και είχαν μειωμένες τιμές ενοικίου και  διαφόρων υπηρεσιών. Το 1930 η «αγορά εργασίας» έκλεισε και για τα επόμενα 61 χρόνια η λέξη «ανεργία», ήταν μια λέξη ξένη στους Σοβιετικούς πολίτες(2). Σήμερα οι «αριστεροί» κατήγοροι της Σοβιετικής Ένωσης, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι απλά δεν τολμούν να νομοθετήσουν τέτοια μέτρα, μα ρίχνουν στα τάρταρα τους εργαζομένους και τους άνεργους, νομοθετούν υπέρ της ανάπτυξης του καπιταλιστικού κέρδους και τους αντιμετωπίζουν σαν κοινούς εγκληματίες, όταν αυτοί διεκδικούν το δικαίωμα τους για αξιοπρεπή ζωή. Όχι απλά δεν τολμούν να απαγκιστρωθούν από τις διάφορες καπιταλιστικές ολοκληρώσεις πολιτικοοικονομικού και στρατιωτικού τύπου, μα όσο πάνε γίνονται υποτακτικοί τους.

Επίσης αν λάβουμε σοβαρά υπόψιν μας το παράδειγμα του Ντονμπάς, πως απλοί άνθρωποι εργαζόμενοι υπέδειξαν στην ΚΕ του ΚΚ(Μπ.) την σωστή λύση των όποιων προβλημάτων, ύστερα από ανταλλαγή απόψεων και γραπτά και σε κατ’ ιδίαν συνάντηση (3 ημερών)(3), καταλαβαίνουμε πως το σοσιαλιστικό κράτος σαν κράτος δεν ήταν καθόλου «μεγάλο» και καθόλου αυταρχικό. Αν αυτό δεν θεωρείτε δημοκρατικό κράτος υπέρ των πολλών εργατών, τότε τόσο η ΑΥΓΗ, τόσο και ο Θάνος Παπαδόπουλος δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να «ξεπλένουν» τα διάφορα αστικά κόμματα, που με μία τάχα μου δήθεν «δημοκρατική» διαδικασία εντός των αστικών κοινοβουλίων γίνονται φερέφωνα των απαιτήσεων των λίγων πλουσίων, ξυλοφορτώνοντας (μέσο του αστικού κατασταλτικού μηχανισμού) τους εργαζόμενους που αντιδρούν, και τους διαφόρους φασίστες δικτάτορες όπου πρώτα πήραν άδεια «διακυβέρνησης» μιας χώρας πάλι από τους λίγους πλουσίους για να υπερασπιστούν τα κέδροι τους με έναν ακόμα πιο βίαιο τρόπο.

Ο Θάνος Παπαδόπουλος, είναι από αυτούς τους «αριστερούς» που δεν συγχωρεί εύκολα όσους ξεσηκώνουν τους εργάτες σε κοινωνικές σοσιαλιστικές επαναστάσεις, ακόμα και τους ίδιους τους θεωρητικούς του Σοσιαλισμού – κομμουνισμού, έτσι τους αποδίδει απόψεις που ποτέ δεν έγραψαν. Σε παλιότερο άρθρο του πάλι στην ΑΥΓΗ το 2015, πέρα από την αντιεπιστημονική άποψη του γύρω από τα αίτια των καπιταλιστικών κρίσεων, αναφέρει πως το μόνο καθήκον της αριστεράς είναι να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις του μνημονίου και ακόμα περισσότερες έτσι ώστε να έρθει η (καπιταλιστική) ανάπτυξη και έτσι, μέσα από τον παραγόμενο πλούτο οι εργάτες να μπορέσουν να εφαρμόσουν τις σοσιαλιστικές πολιτικές τους(4). Πραγματικά εδώ θα τον ζήλευε και ο ρεβιζιονιστής Μπερνστάιν, που κατάργησε στο ιδεολόγημα του ακόμα και την πάλη των τάξεων! Σε ποιο πρόσφατο άρθρο του το 2016 ξανά στην ΑΥΓΗ, γίνετε ακόμα πιο κατατοπιστικός και επιτέλους, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ, ξεσκεπάζετε τελείως, γράφοντας πως η αριστερά στην Ελλάδα θα πρέπει να αναλάβει το καθήκον της δημιουργίας ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, το καθήκον του αστικού εκσυγχρονισμού της χώρας, αλλιώς θα περάσει σε ανυποληψία για την ιστορική της ανεπάρκεια(5). 

Κάπου εδώ έχω αρχίσει να απορώ γιατί αυτός ο άνθρωπος δεν έχει πάει ακόμα στην ΝΔ, όπου ακόμα και ως απλός αρθρογράφος θα έκανε τεράστια καριέρα. Όσο για την ΑΥΓΗ, έχει αναλάβει πλήρως την υποστήριξη της αστικής ιδεολογίας με κάθε τρόπο, με έναν αισχρό τρόπο, παρόμοιο με αυτόν της ΑΥΡΙΑΝΗΣ και των φασιστών Κουρήδων..



Κ.Ο.
_________________________________________________________________________________________________________


Σημειώσεις:


1. Α. Χίτλερ, ο Αγών μου, τ. Α, σ.55. 

2. Κώστας Κάππος, «ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ», σελ. 90 - 91, εκδ. Σύγχρονη Εποχή (Β' έκδοση).


3. Ι.Β. Στάλιν, Τελική ομιλία στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΠΚΚ(μπ), 5 Μάρτη 1937.


4. http://www.avgi.gr/article/10811/6023391/gia-ten-aristera-ston-21o-aiona


5. http://www.avgi.gr/article/10842/6613729/gia-ten-ellenike-aristera-ston-21o-aiona


Read More »