Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΞΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ



Όπως αναφέρθηκε και στην αρχή του κεφαλαίου, το ζήτημα των τάξεων – μαζί με το ζήτημα του κράτους – έχει συσκοτισθεί όσο κανένα άλλο από τους αστούς και μικροαστούς ιδεολόγους. 

Δε θα αναφερθούμε αναλυτικά στις διάφορες αστικές και μικροαστικές ακαδημαϊκές θεωρίες, που προσπαθούν να « ερμηνεύσουν» – στην ουσία, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δικαιολογήσουν – την ταξική ανισότητα στην καπιταλιστική κοινωνία (1). Θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ορισμένες απόψεις – ιδεολογήματα της « τρέχουσας» πολιτικής αντίληψης, για το ζήτημα, αναφερόμενοι, όπου αυτό είναι αναγκαίο, συνοπτικά και σε ορισμένες ακαδημαϊκές θεωρίες.

Η πιο χυδαία αντίληψη, που προβάλει σήμερα η αστική ιδεολογία, είναι ότι σχεδόν « καταργήθηκαν οι τάξεις» και, συνεπώς, « καταργήθηκε και η ταξική πάλη». Μπορεί, λένε, να υπάρχουν « τάξεις και κοινωνικές ομάδες». Αλλά όλες αυτές έχουν « αστικοποιηθεί», όλοι έχουν γίνει αστοί. 

Την αντίληψη αυτή την διατύπωσε με « γλαφυρότατο» τρόπο ο Κ. Στεφανόπουλος από το βήμα της βουλής ως εξής: 

« Βεβαίως κοινωνική πόροι υπάρχουν και υπέρ άλλων τάξεων και υπέρ άλλων κοινωνικών ομάδων [...] Σήμερα έχουν αστικοποιηθεί όλες οι τάξεις. Και είναι ένα άλλο γεγονός το οποίον δεν αντιλαμβάνεσθε. Οι εργάτες οι οποίοι άλλοτε ήταν προλετάριοι υπό την έννοια των οικονομικών τους δυνατοτήτων, έχουν γίνει αστοί. Οι επαγγελματίες, οι βιοτέχνες, οι μικροί, οι μικρομεσαίοι, υπέρ των οποίων κόπτεσθε, είναι αστοί.» (2)

Δεν θα χρειασθεί να σχολιάσουμε τον τελείως αντεπιστημονικό – που αγγίζει τα όρια του γελοίου – τρόπο, με τον οποίο χρησιμοποιεί τον όρο προλετάριος. Θέλουμε να σημειώσουμε απλώς ότι μια άλλη παραλλαγή – πιο εκλεπτυσμένη – του πυρήνα αυτής της άποψης είναι ότι δεν υπάρχει σήμερα εξαθλίωση της εργατικής τάξης. Η άποψη αυτή εκχυδαΐζει την έννοια της εξαθλίωσης και την ταυτίζει με τη φυσική εξαθλίωση, με τη φυσική πείνα. Παρακάμπτει δύο ουσιαστικά γεγονότα: Πρώτον, ότι ο καπιταλισμός και σήμερα « εξασφαλίζει» τη φυσική εξαθλίωση σε μεγάλα κομμάτια των εργαζομένων, ακόμη και στη μητρόπολη του ιμπεριαλισμού, τις ΗΠΑ, πρώτα και κύρια στον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό, τη στρατιά των ανέργων. Δεύτερον, η εξαθλίωση δεν είναι μόνο απόλυτη – δηλαδή πτώση του βιοτικού επιπέδου – αλλά και σχετική – δηλαδή διεύρυνση του χάσματος, από άποψη συνολικού βιοτικού επιπέδου, μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης· και το χάσμα αυτό, όπως καταδείχνουν όλα τα στοιχεία, διευρύνετε. Επιπλέον, με την όξυνση της κρίσης του καπιταλισμού, έχουμε σήμερα όχι μόνο σχετική αλλά και φαινόμενα απόλυτης εξαθλίωσης της εργατικής τάξης, δηλαδή συνολική πτώση του βιοτικού της επιπέδου (3). 

Μια δεύτερη παρόμοια θεωρία είναι η θεωρία της διόγκωσης των μεσαίων στρωμάτων. Αυτή η αντίληψη δεν αρνείται την ύπαρξη του προλεταριάτου, της εργατικής τάξης· την περιορίζει όμως στους χειρώνακτες ανειδίκευτους εργάτες. Όλα τα άλλα κομμάτια της εργατικής τάξης τα εντάσσει στις « μεσαίες τάξεις». 

Σε στενή σύνδεση με την θεωρία της «μεσαίας τάξης», βρίσκεται και η θεωρία της «κοινωνικής κινητικότητας», που υποστηρίζει, σε χοντρές γραμμές, ότι τα όρια των τάξεων είναι ασαφή και ρευστά και ότι οι εργάτες μπορεί εύκολα να γίνουν μεσοαστοί, ακόμα και μεγαλοαστοί, και μάλιστα ότι αυτό το φαινόμενο εμφανίζεται μαζικά. Στο πρόγραμμα της « Νέας Δημοκρατίας», που δημοσιεύτηκε το 19834, η άποψη αυτή παρουσιάζεται με την εξής χυδαία μορφή:

« Η Νέα Δημοκρατία δε βλέπει τους επιχειρηματίες και τους βιοτέχνες σαν προνομιούχες κλειστές τάξεις. Τους θεωρεί ως ανοικτές και διευρυνόμενες ομάδες. Ο σημερινός επιχειρηματίας είναι ο χθεσινός βιοτέχνης και ο προχθεσινός εργάτης. Φιλοδοξούμε να κάνουμε αυτήν την εξέλιξη πολύ πιο εύκολη.»(4) 

Μια πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της θεωρίας της κοινωνικής κινητικότητας παρουσιάζει την αυξανόμενη ειδίκευση της εργατικής τάξης και την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου – που είναι αναγκαίο για τις σημερινές απατήσεις της παραγωγής – σαν « πέρασμα» από την εργατική τάξη στα μεσαία στρώματα. Αυτή η « μέθοδος » βασίζεται στην εξής « ταχυδακτυλουργία»: εργατική τάξη είναι – υποτίθεται – μόνο ο ανειδίκευτος χειρώνακτας · αν, λοιπόν, αυτός ή οι απόγονοι του ειδικευτούν, μορφωθούν και ασκήσουν επάγγελμα που δεν είναι καθαρά χειρωνακτικό, τότε, « αυτόματα», περνούν στις « μεσαίες τάξεις».

Μια μικροαστική εκδοχή της θεωρίας της διεύρυνσης της « μεσαίας τάξης» είναι και οι απόψεις του Ν. Πουλαντζά και των οπαδών του. Με βάση τρία κριτήρια, που καθορίζει σχετικά αυθαίρετα, « περιορίζει» την εργατική τάξη στους χειρώνακτες εργάτες που συμμετέχουν άμεσα στην υλική παραγωγή. Αποκλείει από την εργατική τάξη όλους όσους δεν συμμετέχουν άμεσα στην υλική παραγωγή, όλους όσους ασκούν και τον παραμικρό καθοδηγητικό ρόλο και όλους όσους δεν ασκούν καθαρά χειρωνακτική εργασία. Όλα τα άλλα τμήματα της εργατικής τάξης – εμποροϋπάλληλοι, λογιστές, δάσκαλοι κ.α. – τα εντάσσει στη « νέα μικροαστική τάξη».

Με βάση αυτήν την αυθαίρετη και αντιμαρξιστική οριοθέτηση, η εργατική τάξη των ΗΠΑ το 1969, σύμφωνα με υπολογισμούς του αμερικάνου κοινωνιολόγου Έρικ Όλιμ Ράιτ ( Erik Olim Wright ), περιορίζετε στο 9,7% ( sic ) του οικονομικά ενεργού πληθυσμού όταν, σύμφωνα με το μαρξιστικό καθορισμό του προλεταριάτου, αυτό αποτελεί την απόλυτη πλειοψηφία του οικονομικά ενεργού πληθυσμού των ΗΠΑ (5). 

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αστικών θεωριών για την ταξική διαστρωμάτωση είναι ότι τη βασίζουν σε ορισμένα επιφανειακά κριτήρια, όπως ύψος εισοδήματος, επίπεδο μόρφωσης, κοινωνικό γόητρο, αποσυνδέοντας τα από τις σχέσεις με τα μέσα παραγωγής. Δεν θέλουν, δηλαδή, να δεχθούν το γεγονός ότι οι διαφορές στο εισόδημα, στην μόρφωση, στο κοινωνικό γόητρο κλπ οφείλονται, ουσιαστικά, στη διαφορετική σχέση που έχουν τα άτομα με τα μέσα παραγωγής στον καπιταλισμό· προσπαθούν να παρουσιάσουν τις διαφορές αυτές σαν αυτόνομες, ανεξάρτητες από τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, και μάλιστα σαν απαραίτητες για τη λειτουργία κάθε κοινωνίας. 

Την αντίληψη αυτή, για δήθεν αναγκαίο της ταξικής διαφοροποίησης για τη λειτουργία κάθε ανθρώπινης κοινωνίας, την παρουσιάζει συστηματικά, με μορφή επιστημονικής θεωρίας, η « δομική – λειτουργική μέθοδος», που αναπτύχθηκε από τους αμερικανούς κοινωνιολόγους Τάλκοτ Πάρσονς ( Talcott Parsons ), Κίνγκσλεϊ Ντέιβις ( Kingsley Davis ) και Γουίλμπερτ Μουρ ( Wilbert Moore ). Όπως δηλώνει και ο Α. Ανδριανόπουλος, η μέθοδος αυτή κατάγεται « από τις θεωρητικές κατασκευές της βιολογίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας ) (6) .

Την άποψη αυτή τη διατυπώνουν καθαρά οι Ντέιβις και Μουρ ως εξής: 

«Ξεκινώντας από την διαπίστωση πως δεν υπάρχει κοινωνία “ αταξική “ ή χωρίς στρωμάτωση, καταβάλλεται προσπάθεια να ερμηνευτεί με λειτουργικούς όρους, η καθολική αναγκαιότης που προκαλεί την στρωμάτωση σε οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα [...] Η κύρια λειτουργική που εξηγεί την καθολική παρουσία της στρωματώσεως είναι [...] η ανάγκη που αντιμετωπίζει κάθε κοινωνία να εντάξει και να δραστηριοποιήσει τα άτομα στην κοινωνική της δομή [...] Η κοινωνική ανισότης είναι έτσι ένα μέσο που δημιουργήθηκε ασυναίσθητα και με το οποίο οι κοινωνίες εξασφαλίζουν την συνειδητή κατάληψη των σημαντικότερων θέσεων από τα καταλληλότερα πρόσωπα...» ( 7)

Οι αδυναμίες και τα λάθη αυτής της θεωρίας έχουν επισημανθεί ακόμα και από αστούς κοινωνιολόγους ( 8). Καταρχήν είναι τελείως εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι όλες οι κοινωνίες ήταν ταξικά διαφοροποιημένες, ότι σε όλες υπήρχε ταξική ανισότητα. Αντίθετα στην πρωτόγονη κοινωνία – πράγμα που επιβεβαιώνεται και όσες κοινωνίες τέτοιας μορφής επέζησαν μέχρι και σήμερα, λ.χ. στην Αφρική και Αμερική – δεν υπήρχαν ταξικές ανισότητες. Η θεωρία αυτή απλώς αναφέρεται σε « διαβαθμίσεις» της κοινωνίας και αγνοεί την ύπαρξη τάξεων με συγκεκριμένα όρια. Ούτε ακόμα η θεωρία αυτή εξηγεί τη γένεση και τους διαφορετικούς τύπους της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, ούτε τον τρόπο μετάβασης από έναν τύπο κοινωνικής διάρθρωσής σε έναν άλλο. Την αξιολόγηση των « πλέον σπουδαίων» θέσεων την κάνει με υπερταξικά, αφηρημένα κριτήρια και αγνοεί το γεγονός ότι αυτή η αξιολόγηση γίνεται στη βάση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων. Τέλος, η θεωρία αυτή αγνοεί τη σύνδεση της ταξικής διαστρωμάτωσης με την ύπαρξη πολιτικής εξουσίας και, συνεπώς, και την ταξική φύση του κράτους.

Το γενικό χαρακτηριστικό αυτής της θεωρίας είναι ότι είναι αντι – ιστορική, ότι θεωρεί την κοινωνία μάλλον σαν ένα σταθερό στο χρόνο, παρά σαν ένα δυναμικό σύστημα και δεν μπορεί να εξηγήσει τη μετάβαση από τον ένα κοινωνικό σχηματισμό στον άλλο.



Κώστας Κάππος
«ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ»

σελ. 50 – 54 Εκδ. Σύγχρονη Εποχή ( Β ́ έκδοση )

______________________________________________________________________________________________________________


Σημειώσεις:

1. Για αναλυτική κριτική των διαφόρων αστικών και μικροαστικών θεωριών βλ. Περικλή Παπαδόπουλο, « Η ταξική διάρθρωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Κοινωνιολογικά και ιδεολογικά ζητήματα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Κεφάλαια 3,4,5 και 11

2. Πρακτικά Βουλής, 20.4.1984, σελ. 1715, 1717

3. Η «θεωρία» ότι έπαψε να υπάρχει εξαθλίωση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό είναι και προσφιλής θεωρία των αναθεωρητών με πρώτον διδάξαντα τον Ε. Μπέρνσταϊν. Να πως σχολιάζει τις αντιλήψεις αυτές ο Λένιν: « ο Μπέρνσταϊν διακηρύχνει ότι η « θεωρία της αθλιότητας» ή « θεωρία της εξαθλίωσης» του Μαρξ έχει εγκαταλειφθεί απ όλους. Ο Κάουτσκι δείχνει ότι πρόκειται για μια κατάφωρη διαστρέβλωση από μέρους των αντιπάλων του Μαρξ, οποίος δεν διατύπωσε παρόμοια θεωρία. Ο Μαρξ μίλησε για αύξηση της αθλιότητας, της ταπείνωσης κτλ..., δείχνοντας ταυτόχρονα τόσο την ύπαρξη αντίρροπης τάσης όσο και τις πραγματικές κοινωνικές δυνάμεις που μόνο αυτές μπορούν να γεννούν την τάση αυτή. Τα λόγια του Μαρξ για την αύξηση της αθλιότητας δικαιώνονται πέρα για πέρα από την πραγματικότητα: πρώτο, βλέπουμε πραγματικά, ότι ο καπιταλισμός έχει την τάση να γεννά και να μεγαλώνει την αθλιότητα που παίρνει τεράστιες διαστάσεις, όταν λείπει η παραπάνω αντίρροπη τάση. Δεύτερο, η αθλιότητα αυξάνει όχι με τη φυσική, αλλά με την κοινωνική έννοια, δηλαδή με την έννοια της αναντιστοιχίας ανάμεσα στο ανερχόμενο επίπεδο των αναγκών της αστικής τάξης και των αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας από το ένα μέρος και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων μαζών από το άλλο. [...] Τρίτο και τελευταίο, τα λόγια για την αύξηση της αθλιότητας ισχύουν πέρα για πέρα και για τις « παραμεθόριες περιοχές» του καπιταλισμού, καταλαβαίνοντας την λέξη παραμεθόριες και με τη γεωγραφική έννοια ( χώρες όπου μόλις αρχίζει να διεισδύει ο καπιταλισμός, προκαλώντας συχνά όχι μόνο τη φυσική εξαθλίωση, αλλά και την άμεση λιμοκτονία των μαζών του πληθυσμού ) και με την πολιτικοοικονομική έννοια ( βιοτεχνική παραγωγή και γενικά κλάδοι της εθνικής οικονομίας όπου διατηρούνται ακόμα καθυστερημένοι τρόποι παραγωγής).» Λένιν, « Βιβλιοκρισία. Karl Kautsky. Bernstein und das sozialdemokratische Programm. Eine Antikritik.», Άπαντα, τομ.4, σελ.212 – 213. Βλέπε επίσης: Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τομ.1, σελ.668 – 669, Λένιν, « η εξαθλίωση στην καπιταλιστική κοινωνία», Άπαντα, τομ.22, σελ.230 – 231, καθώς και Γ. Δραγασάκη, « Η μαρξιστική λενινιστική διδασκαλία για την κατάσταση της εργατικής τάξης», Εκδ. « Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, σελ. 21 – 29.

4. Βραδυνή, 17.3.84· Ακρόπολις 18.3.84.

5. Βλ. Eric Olim Wright, « Class Boundaries in Advanced Capitalist Societies», New Left Review, No 98, 1976, σελ. 23. Για αναλυτικότερη κριτική των απόψεων του Ν. Πουλαντζά για τις τάξεις βλ. Θ. Ιωάννου, « Ζητήματα της θεωρίας για τις τάξεις και την « κοινωνική διαστρωμάτωση»», Κομμουνιστική Επιθεώρηση, Νο12, 1980, σελ. 75 – 93 · ιδιαίτερα σελ. 80 – 83.

6. Α. Ανδριανόπουλος, Πολιτική συμμετοχή στη Σοβιετική Ένωση, Αθήνα 1975, σελ. 95.

7. Kingsley Davis and Wilbert E. Moore, « Some Principles of Stratification», American Sociological Review, Απρίλης 1945 – αναφέρεται στο: T. B. Bottomore, Κοινωνιολογία, Εκδ. « Gutenberg», Αθήνα 1974, σελ. 243 – 244.

8. βλ. T. B. Bottomore, ο.π., σελ. 244 – 245

Δεν υπάρχουν σχόλια: